ονήσιμος

ονήσιμος
I
(τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ.). Αγγειογράφος του ερυθρόμορφου ρυθμού, το όνομα του οποίου συμπληρώνεται από μερικούς ειδικούς σε υπογραφή κύλικας του αγγειοπλάστη και αγγειογράφου Ευφρόνιου. Το αγγείο περιλαμβάνεται στα εκθέματα του Μουσείου του Λούβρου και φέρει την υπογραφή «...ιμος εγραψεν, Ευφρόνιος έποίησεν».
II
Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας.
1. Ο απόστολος εκ των O’. Ήταν δούλος του εκ της Φρυγίας Φιλήμονα. Έφυγε κρυφά από τον κύριό του και πήγε στον απόστολο Παύλο στη Ρώμη. Εκεί ο Παύλος, αφού τον κατήχησε και τον βάφτισε, τον έκανε συνεργάτη του. Του έδωσε την προς Φιλήμονα επιστολή του και τον έστειλε στη Φρυγία για να την παραδόσει στον παραλήπτη της. Σε αυτήν ο Παύλος παρακαλούσε τον Φιλήμονα να υποδεχτεί καλά τον Ο. «τον ποτέ ... άχρηστον, νυνί δε ... εύχρηστον». Επέστρεψε στη Ρώμη και μετά το μαρτύριο του Παύλου, οδηγήθηκε στους Ποτιόλους, όπου μαρτύρησε. Η μνήμη του τιμάται στις 22 Νοεμβρίου.
2. Επίσκοπος Εφέσου. Η μνήμη του τιμάται την 1η Δεκεμβρίου.
3. Ο μάρτυρας. Μαρτύρησε με σπαθί. Η μνήμη του τιμάται στις 6 Ιουλίου.
4. Ο όσιος. Ήταν μοναχός και καταγόταν από την Καρίνη, χωριό κοντά στην Καισάρεια, της Παλαιστίνης. Έδρασε κυρίως επί Διοκλητιανού (824-305). Μόνασε πρώτα σε μονή της Εφέσου και έπειτα στη Μαγνησία.
* * *
ὀνήσιμος, -ον (Α) [όνησις]
1. χρήσιμος, ωφέλιμος, ευεργετικός
2. (για πράγματα) εξυπηρετικός
3. φρ. «ὀνήσιμα πάσχω» — ευεργετούμαι.
επίρρ...
ὀνησίμως (Α)
με ωφέλιμο, χρήσιμο τρόπο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὀνήσιμος — useful masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνησιμώτερον — ὀνήσιμος useful masc acc comp sg ὀνήσιμος useful neut nom/voc/acc comp sg ὀνήσιμος useful adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνησίμως — ὀνήσιμος useful adverbial ὀνήσιμος useful masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνήσιμον — ὀνήσιμος useful masc/fem acc sg ὀνήσιμος useful neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Онисим апостол — (Όνήσιμος) апостол из числа семидесяти, фригиец из города Колосс; был рабом Филимона, к которому апостол Павел написал послание. Провинившись перед господином, О. бежал в Рим и встретился там с апостолом Павлом, от которого и принял крещение.… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Онисим, апостол — (Όνήσιμος) апостол из числа семидесяти, фригиец из города Колосс; был рабом Филимона, к которому апостол Павел написал послание. Провинившись перед господином, О. бежал в Рим и встретился там с апостолом Павлом, от которого и принял крещение.… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • ὀνησίμου — ὀνήσιμος useful masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνησίμους — ὀνήσιμος useful masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνησίμων — ὀνήσιμος useful masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνησίμῳ — ὀνήσιμος useful masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”